"Η εξουσία χαρίζει τα αγαθά της μόνο σε όσους επιθυμούν να την υπηρετήσουν". Μιχ. Σπέγγος

Translate [Μετάφραση]

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Pink Floyd Live The Reunion Full Concert (Enhanced Video)

Roger Waters rejoined with David Gilmour, Nick Mason and Richard Wright in Pink Floyd's first (and last) performance together in over 24 years. Speak to Me/Breathe/Breathe (Reprise), Money (5:04), Wish You Were Here (11:55), and Comfortably Numb (16:22) are performed by Pink Floyd at the London Live 8 concert, Hyde Park on July 2, 2005.

As on the original recordings, Gilmour sang the lead vocals on "Breathe" and "Money", and shared them with Waters on "Comfortably Numb". For "Wish You Were Here", Waters sung half of the verse's lyrics, unlike the original recording. When Waters was not singing, he was often enthusiastically mouthing the lyrics off-microphone. With Richard Wright's death in September 2008, the Reunion Concert was to be the final concert to feature all four bandmates playing together.

Experience more Pink Floyd music on Roger Waters 2017 Us + Them Tour complete concert at Cal Vid playlist https://www.youtube.com/playlist?list...
The Story of Pink Floyd’s Reunion at Live 8: Roger Waters‘ relationship with David Gilmour was so distant in the period before Pink Floyd‘s celebrated reunion at Live 8 that Waters had to ask organizer Bob Geldof for his former bandmate’s phone number.
While Geldof had been persistent in trying to broker peace between the pair, he’d hit an initial roadblock with Gilmour – who once referred to a possible detente as something akin to “sleeping with your ex-wife.” Waters then interceded. Ultimately, the event’s mission – Live 8 was meant to raise awareness of poverty, debt and the AIDS crisis in developing nations – led to one of music’s most improbable remarriages, though only for a single evening.
“The moment was bigger than those bad feelings,” David Gilmour told the Associated Press in the days leading up to Pink Floyd’s July 2, 2005, appearance. “Any squabbles Roger and the band have had in the past are so petty in this context, and if reforming for this concert will help focus attention, then it’s going to be worthwhile.”
And so Pink Floyd’s classic-era lineup – Gilmour, Nick Mason, Waters and Richard Wright – took the stage for the first time since a 1981 concert at Earl’s Court in London and, alas, for the last time ever.

“It’s great to be asked to help Bob raise public awareness on the issues of third-world debt and poverty,” Waters enthused as the day drew near. “The cynics will scoff. Screw ’em! Also, to be given the opportunity to put the band back together, even if it’s only for a few numbers, is a big bonus.”

To no one’s surprise, Pink Floyd’s reunion eclipsed a star-packed lineup at the London Hyde Park show, which also included Paul McCartney, the Who, Elton John, Madonna, R.E.M., U2, Coldplay and Robbie Williams. Live 8, scheduled to sync up with the 20th anniversary of Live Aid, also featured six other events through July 6. Bon Jovi, Stevie Wonder, Dave Matthews, Jay-Z and others performed at Philadelphia. Brian Wilson, and Crosby Stills and Nash appeared in Berlin. Duran Duran and Tim McGraw were among the headliners in Rome. Annie Lennox performed at Edinburg as the G8 summit — a gathering of international leaders where debt cancellation and aid would be discussed — kicked off.

For Pink Floyd, however, the most immediate concern was far more small scale: getting the songs right. “It’s sort of assumed that we’ll all remember how they go,” Mason impishly admitted.

By all accounts, everyone was on their best behavior as three days of pre-show rehearsals unfolded. “There were times when Roger was struggling to not get bossy, and I was struggling to keep being bossy,” Gilmour said at the time. “I saw how arguments could have happened, but we aren’t at each other’s throats anymore. Getting rid of that acrimony has got to be a good thing. Who wants to have that fester in your mind the rest of your life?”

Pink Floyd were restricted, like all of the other artists performing at Live 8, to a short, 20-minute set. Even a reunion 24 years in the making was only a mere portion of the larger production. So the band settled on four songs: “Breathe” and “Money” from 1973’s The Dark Side of the Moon, “Wish You Were Here” from the 1975 album of the same name and “Comfortably Numb” from 1979’s The Wall, Pink Floyd’s penultimate recording with Waters. They left aside music from the two Gilmour-led Pink Floyd albums that followed the acrimonious split.

Pink Floyd’s catalog saw a stunning 1,300 percent sales increase after Live 8. Gilmour also had to deal with renewed questions about a larger-scale reunion with Waters. Pink Floyd’s core four were reportedly offered as much as $150 million for a U.S. tour. “It’s completely mad,” Gilmour said back then, “and we won’t do it. The idea for Live 8 was a one-off.”

“I think Live 8 was probably it,” Waters said. “And was so beautiful, and Rick obviously was still with us then. If that’s the way we draw a line under Pink Floyd, so be it.” (Ultimate Classic Rock)


Had a request for this one. From the Mama tour.

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Με λένε Μαντώ και είμαι πουτάνα.....

Μου ζήτησαν να μιλήσω για τους πελάτες μου και μου είπαν ότι θα είναι χρήσιμο. Αυτό που λέω πάντα είναι ότι μια πουτάνα είναι πάντα χρήσιμη!!!

«Οι πραγματικότητες των ανθρώπων κινούνται παράλληλα, καμιά φορά συμπληρωματικά, με το ψέμα και την αλήθεια του καθένα να μη μοιάζει με κανενός άλλου. Η ζωή μοιάζει με περιστρεφόμενη πόρτα που οδηγεί τον καθένα σε άλλη έξοδο, στον δικό του μοναδικό μικρόκοσμο. Ο δικός μου μικρόκοσμος είναι 15 τετραγωνικά, έχει ένα καγκελένιο κρεβάτι μέσα, δυο πορτατίφ με κρόσσια που κρέμονται στα πλάγια του και έναν καλόγερο για να κρεμιούνται τα ρούχα.

Για να βρεθείς στην πραγματικότητα κάποιου άλλου, θα πρέπει να σε πάρει από το χέρι, να περάσετε μαζί αυτή την περιστρεφόμενη πόρτα και να βρεθείτε στο ίδιο δωμάτιο, να πατήσετε μαζί το πέλμα σας σε κάθε τετραγωνικό. Στο δικό μου δωμάτιο θα πρέπει να μυρίσετε κάθε χνώτο που έχει αφεθεί ποτέ εκεί, να ακούσετε τα πνιχτά βογγητά, όλα τόσο διαφορετικά και τόσο ίδια μεταξύ τους, και να στάξει πάνω σας ο ιδρώτας όσων έχουν περάσει από εκεί μέσα.
Με λένε Μαντώ και είμαι πουτάνα. Δεν μου αρέσει η λέξη ιερόδουλη ή πόρνη και όσοι νομίζουν ότι η σκατίλα του κόσμου σταματάει να βρομάει όταν της βάζουμε ωραίο περιτύλιγμα έχουν κάνει λάθος. Μου ζήτησαν να μιλήσω για τους πελάτες μου και μου είπαν ότι θα είναι χρήσιμο. Αυτό που λέω πάντα είναι ότι μια πουτάνα είναι πάντα χρήσιμη.

Είμαι σήμερα 35 χρονών. Ήρθα στην Αθήνα από την Κρήτη στα 17 μου και για μερικά χρόνια δούλευα σε ένα φούρνο, με τρεις κι εξήντα. Ήθελα να γίνω ηθοποιός, αλλά περισσότερο ήθελα να φύγω από εκείνο το κωλοχώρι που μεγάλωσα. Όπως βλέπετε, δεν γεννήθηκα πουτάνα. Κάνω αυτήν τη δουλειά από τα 22 μου, αλλά δεν την έκανα πάντα συνειδητά. Όλα ξεκίνησαν όταν ήμουν 20 χρονών. Ήμουν ακόμα παρθένα όταν γνώρισα τον –ας τον πούμε– Κώστα, έναν τύπο εθισμένο στα χαρτιά. Ποτέ δεν ήμασταν αυτό που θα έλεγε κανείς αγαπημένοι, όμως ένιωθα ότι ανήκω κάπου, σε μια ξένη πόλη, χωρίς φίλους. Όταν άρχισε να χάνει στα χαρτιά και να χρωστάει πολλά χρήματα σε κάποιον, άρχισα να ανήκω και αλλού.

Κάποτε ήρθε ένας τύπος και μου ζήτησε να κάνω τη μαμά του, να ξαπλώσω δίπλα του, να τον πάρω αγκαλιά, να του την παίξω ενώ του λέω «χύσε, αγοράκι μου».

Μέναμε σε μια γκαρσονιέρα στου Γκύζη τότε. Ο Κώστας με παρακάλεσε κλαίγοντας να πηδηχτώ μαζί του για να ξεχρεώσει 100 ευρώ, αλλά δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτό ήταν πραγματικότητα. Όταν χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού κατάλαβα ότι ζω στ’ αλήθεια μέσα σε αυτή την κατάσταση. Η πόρτα άνοιξε και είδα έναν χοντρό τύπο γύρω στα 40. Φορούσε καφέ σακάκι και μαύρο πουκάμισο. Θυμάμαι ακόμα την ιδρωτίλα που μύριζε όταν ήρθε κι έκατσε δίπλα μου, ανακατεμένη με φτηνή κολόνια. Ο γκόμενός μου πήγε και κλείστηκε στην κουζίνα. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι την ιδρωτίλα να ανακατεύεται με το άρωμα κανέλας που ερχόταν από την τσίχλα του. Μετά σταμάτησα να μυρίζω οτιδήποτε. Σταμάτησα να ακούω, να βλέπω, να νιώθω για ένα τέταρτο. Όταν τελείωσε, έβγαλε άλλα 10 ευρώ και τα άφησε στο κομοδίνο, λέγοντας «Μου άρεσε που είσαι άβγαλτη, αυτά είναι για σένα», ενώ μετά φώναξε: «Φίλε, είμαστε εντάξει» και έφυγε.
Αυτό γινόταν για καιρό. Για όσο έχανε στα χαρτιά δηλαδή ο γκόμενος που είχα. Μετά ήρθαν κι άλλοι και έγινε λίγο σαν συνήθεια. Σταμάτησε να με πειράζει αυτό που έκανα και άρχισε να με πειράζει αυτό που έγινα. 
Όταν εκείνος μπήκε φυλακή, είχα παρατήσει τη δουλειά μου και έμεινα άφραγκη. Κυρίως έμεινα μόνη, οπότε ήταν δική μου επιλογή αν θα έφευγα από αυτήν τη ζωή. Δεν το έκανα, όπως βλέπετε. Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού ένας από τους τύπους που έρχονταν τόσο καιρό, με βρήκε μόνη μου και μου είπε ότι θα μου έδινε χρήματα αν του καθόμουν. Τώρα το έκανα για την πάρτη μου. Συνέχισα έτσι για λίγο καιρό και μετά βγήκα στον δρόμο. Όμως εκεί είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσεις μόνη, γι’ αυτό οι περισσότερες κοπέλες έχουν κάποιον νταβατζή για προστασία. Νομίζουν ότι αν κάτι συμβεί όταν φύγουν με κάποιον πελάτη, θα τις ψάξει αν δεν γυρίσουν πίσω. Η αλήθεια είναι πως ο νταβατζής δεν θα ανακατευτεί ποτέ, αλλά είναι τόσο ψαρωμένες που δεν το ξέρουν αυτό.

Όταν έφτασα στα 30, μια φίλη, που είναι κι αυτή πουτάνα, βρήκε δουλειά σε σπίτι, studio – όπως κι αν το πεις, μπουρδέλο είναι. Συνήθως όταν είσαι εκεί έχεις περισσότερη δουλειά, όμως είσαι ασφαλής. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθείς νεκρή σε κάποιο ξενοδοχείο τουλάχιστον επειδή σε ψάρεψε κάποιος τυχαίος στον δρόμο. Πήγα κι εγώ εκεί, γιατί γλιτώνεις κι άλλα πράγματα. Καμιά φορά αυτοί που μαζεύουν πουτάνες από τον δρόμο, πάνω στην καύλα τους αρχίζουν τις σφαλιάρες. Στα μπουρδέλα δεν παίζει αυτό και το ξέρουν οι πελάτες, κι αν σου τύχει κάτι φωνάζεις και μπαίνει μέσα η τσατσά, ο μπράβος, όποιος προλάβει. Όχι ότι ενδιαφέρονται, απλώς αν γίνει κάτι μπλέκουν. Άμα είσαι χτυπημένη, ο επόμενος δεν σε γαμάει και χάνουν λεφτά. Δεν τους συμφέρει να είσαι χτυπημένη.
Τα μπουρδέλα είναι πάντα καλύτερα. Αν είναι να πας με 10 άτομα τη μέρα, ακόμη και λίγο να νιώσεις ότι σε πονάει ο άλλος, δεν το αντέχεις. Γιατί δεν είσαι εκεί από καύλα, είσαι εκεί επειδή είναι η δουλειά σου. Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά υπάρχει πολλή βία με τους πελάτες. Είναι πολλοί εκείνοι που νομίζουν ότι για 15-20 ευρώ μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στο μουνί σου και σε όλο σου το σώμα. Όχι μόνο να σε δείρουν αλλά και να σε βρίσουν. Αν κι αυτό δεν πειράζει, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ακούς και πολλά. Απλώς περιμένεις να χύσει, κι αυτός και οι επόμενοι, για να πας σπίτι σου.
Οι περισσότεροι πελάτες είναι ευγενικοί. Αυτούς τους καταλαβαίνεις από τον τρόπο που μπαίνουν στο δωμάτιο. Μετά τους πρώτους χίλιους που με γάμησαν, δηλαδή, έμαθα να αναγνωρίζω τους πελάτες από μικρές κινήσεις. Αυτοί που θα σου φερθούν ευγενικά, στην αρχή είναι λες και βλέπουν πρώτη φορά γυναίκα. Δεν είναι καυλωμένοι. Μπαίνουν στο δωμάτιο και βγάζουν το παντελόνι και την μπλούζα με πολύ αργές κινήσεις, παράλληλα σου μιλάνε, σε ρωτάνε το όνομά σου, από που είσαι, διάφορα τέτοια για να σπάσει το πουτανιλίκι. Είναι αυτοί που κοροϊδεύουν τον εαυτό τους, σκέφτονται εκείνη τη στιγμή ότι κάνουν one night stand, μένουν αμίλητοι την ώρα που γαμιέστε και συνήθως είναι από πάνω σου. Δεν σε ταλαιπωρούν, σου λένε ευχαριστώ και τελειώνουν στο δεκάλεπτο. Αυτοί είναι οι αγαπημένοι μου.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Οι πουτάνες είναι θλιμμένοι άνθρωποι. Είναι δύσκολο να αντέξεις τον πούτσο κάποιου μέσα σου, αλλά μερικές φορές είναι πιο δύσκολο να σκέφτεσαι γιατί είναι εκεί. Γι’ αυτό, από ένα σημείο και μετά δεν θέλεις να ρωτάς τίποτα. Κάποτε ήρθε ένας τύπος και μου ζήτησε να κάνω τη μαμά του, να ξαπλώσω δίπλα του, να τον πάρω αγκαλιά, να του την παίξω ενώ του λέω «χύσε, αγοράκι μου». Είναι αρκετοί αυτοί που μου ζητάνε να με φωνάζουν με άλλο όνομα. Συνήθως σκέφτονται γκόμενες που γουστάρουν και δεν μπορούν να τις γαμήσουν ή τις πρώην τους. Καμιά φορά τους ξεφεύγει και με λένε αγάπη τους. Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, ένας κύριος γύρω στα 60, που ερχόταν συχνά πυκνά φορώντας το κουστουμάκι του, μου ζητούσε να με λέει Χριστίνα. Μια φορά τον ρώτησα γιατί με λέει έτσι και μου είπε ότι η Χριστίνα είναι μια ανιψιά του, 20 χρονών. Νομίζω πως αυτό είναι το πιο περίεργο πράγμα που μου έχει πει πελάτης. Αν και δεν ξέρω τι είναι τελικά πιο περίεργο. Να σκέφτεσαι ότι γαμάς μια πουτάνα και να σε καυλώνει που έχεις δει τους προηγούμενους και τους επόμενους ή να σκέφτεσαι ότι γαμάς μια άλλη.

Μερικοί έρχονται για να γαμήσουν και νομίζουν ότι βρήκαν τον έρωτα της ζωής τους. Έρχονται 2-3 φορές την εβδομάδα˙ από εκεί το καταλαβαίνεις. Είναι συνήθως χωρισμένοι με παιδιά ή παντρεμένοι με παιδιά που δεν τα πάνε καλά με τις γυναίκες τους. 50ρηδες οι περισσότεροι και δεν τους σηκώνεται πάντα. Μπορεί γι’ αυτό να μου λένε να βρεθούμε και έξω από εκεί και την ώρα του τσιγάρου πετάνε ατάκες όπως «δεν σου αξίζει αυτή η ζωή», «είσαι πολύ καλό κορίτσι για να είσαι πουτάνα».

Τον τελευταίο καιρό έχω μια σχέση. Δεν είναι η πρώτη, έχω ξανακάνει σχέσεις. Συνήθως δεν τους λέω τι δουλειά κάνω, εκτός κι αν θέλω να τους ξεφορτωθώ. Καμιά φορά σκέφτομαι πώς θα ήταν αν έμπαινε ο γκόμενός μου στο μπουρδέλο, όπως όλοι αυτοί που έχουν σχέση και έρχονται να γαμήσουν εκεί πέρα. Ποιος θα τσαντιζόταν περισσότερο; Εγώ που γαμάει πουτάνες ή αυτός που δουλεύω εκεί; Νομίζω ότι μισώ τους άντρες. Χύνω σπάνια και συνήθως δεν έχω όρεξη για σεξ. Περισσότερο θέλω παρέα για να πηγαίνω σινεμά. Δεν θέλω να παντρευτώ ή να κάνω παιδιά, τρομάζω μήπως κάνω κόρη και τραβήξει ό,τι τράβηξα ή μήπως κάνω αγόρι και γίνει σαν όλους αυτούς που με γαμάνε. Πολλές το κάνουν και απορώ πώς.

Για τις πουτάνες δεν υπάρχουν εραστές. Υπάρχουν μόνο καλοί και κακοί πελάτες. Οι χειρότεροι; Οι χειρότεροι είναι εκείνοι που μετά το γαμήσι μετράνε τα λεφτά για να πληρώσουν και σε ρωτάνε πώς κατάντησες έτσι».

Πηγή: Vice.gr, Συντάκτης: Άννα Νίνη